Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Διαδρομές...

  Τελειώνοντας το τετράωρο μάθημα στο φροντιστήριο και με ένα κεφάλι γεμάτο συντακτικά φαινόμενα αρχαίων, κατεβαίνω τις σκάλες του κτιρίου, συναντώ δύο γνωστούς και μιλάω για λίγο μαζί τους. Λέμε τα κλασικά, για τις διακοπές , τις κατευθύνσεις και το σχολείο... Κανονίζουμε να τηλεφωνηθούμε για καφέ μετά τον αγιασμό. Εκείνοι ανεβαίνουν για μάθημα κι εγώ κατηφορίζω τον κεντρικό δρόμο προς την πλατεία. Περνάω από το βίντεο κλαμπ , επιστρέφω τα DVD του Σαββατοκύριακου κι έπειτα στήνομαι στην ουρά της απέναντι καφετέριας. Λίγα λεπτά αργότερα περπατάω μέσα στο πλήθος το οποίο σήμερα είχε ξεχυθεί κυριολεκτικά στους δρόμους. Η αγορά ανοικτή, οι καφετέριες γεμάτες και όλη η Λάρισα να έχει επιστρέψει από τις διακοπές της.
  Νιώθω εντελώς μαζικοποιημένη ως ένα ακόμη θύμα της mikeloμανίας που έχει ξεσπάσει τον τελευταίο καιρό. Το πλαστικό ποτήρι του καφέ μου είναι ακριβώς ίδιο με καμιά εικοσαριά άλλα που βλέπω στα χέρια περαστικών  στο δρόμο. Πίνω μηχανικά και κοιτάζω τις βιτρίνες χωρίς καμία ιδιαίτερη όρεξη. Η ώρα κοντεύει εννιά. Το στομάχι σφίγγετε καθώς σκέφτομαι το διάβασμα που με περιμένει στο σπίτι και αποφασίζω να το παρατείνω όσο περισσότερο γίνεται.
   Συνεχίζω την εκτός προγράμματος βόλτα μου στο κέντρο της πόλης. Υπήρχε ένα κείμενο στο βιβλίο της Δ δημοτικού που έλεγε χαρακτηριστικά " Ο Στάθης κοιτάζει τα παιδιά χωρίς να τα βλέπει".  Ε, δεν έχω νιώσει ποτέ περισσότερο Στάθης στη ζωή μου. Κυκλοφορώ στους γεμάτους δρόμους αφηρημένη, χωρίς να παρατηρώ τι συμβαίνει γύρω μου. Σκέφτομαι μερικά εντελώς άσχετα πράγματα όπως την ανησυχία της Αθανασίας  μέχρι να δούμε ότι το τεστ εγκυμοσύνης της βγήκε αρνητικό και έπειτα την αντίδραση του Κωνσταντίνου όταν του το είπε. Ούτε το τριπλό τζακ ποτ στο τζόκερ να είχε κερδίσει, τέτοια χαρά. Χαμογέλασα ασυναίσθητα και έπιασα μία παρέα κοριτσιών να με κοιτάζουν. Τη μία από τις πέντε τη γνωρίζω, είναι πρώην του αδελφού μου. Ψέλλισα ένα " γεια", δεν νομίζω να με άκουσε αλλά δεν της έδωσα καμία περαιτέρω σημασία. Με σταμάτησε ένας έγχρωμος νεαρός λέγοντάς μου " Babe πορτοφόλι  θέλει?" Αρνούμαι με μία κίνηση του κεφαλιού μου κι εκείνος μου κάνει το σήμα της νίκης. Ανταποδίδω.
   Α! Ο Νικόλας! Πηγαίνω σχεδόν τρέχοντας πίσω του και του κλείνω με τα χέρια μου τα μάτια. Γελάει.
- Σε είδα ρε γκαφάλι!
Λέει . Γελάμε και αγκαλιαζόμαστε. Μου έλειψε η αγκαλιά του Νικόλα, την απολαμβάνω όσο κρατάει. Ο Νικόλας... Από τα πιο εντάξει παιδιά και μοναδικός φίλος. Είναι δεύτερο έτος στη γεωπονική εδώ, είχε δύο μέρες που είχε έρθει.
- Γιατί δεν μου είπες ότι ήρθες ρε?
- Θα έπαιρνα αύριο για μπυρόνια , καθάριζα το σπίτι!
Είπε και έκανε μία από τις ειρωνικές γκριμάτσες του.
- Το επεκτείναμε το στρέτσινγκ βλέπω.
Είπα πειράζοντας τα αυτιά του. Μιλούσαμε και γελούσαμε για παραπάνω από δέκα λεπτά. Είχε ραντεβού και με άφησε με την υπόσχεση να μιλήσουμε το πρωί για να κανονίσουμε.
  Με αισθητά καλύτερη διάθεση, διασχίζω την Κύπρου σιγοτραγουδώντας ένα τραγούδι που ηχεί από το ραδιόφωνο ενός αυτοκινήτου στοκαρισμένου στην κίνηση. Φτάνω Παναγούλη, περνάω μπροστά από το μαγαζί με τα ποδήλατα του παππού του κολλητού μου το Φάνη. Ο Κύριος Γιώργος έχει στο κεφάλι του έναν επίδεσμο και μελανιές κάτω από τα μάτια του. Σαστίζω. Τον πλησιάζω και χαιρετάω. Μετά από λίγο καταλαβαίνει ποια είμαι και με χαιρετάει εύθυμα.
- Τι πάθατε!?
Ρωτάω πραγματικά έχοντάς τα χαμένα.
- Με κλέψανε στο δρόμο κορίτσι μου...
Μου λέει και χαμογελάει πικραμένα.
- Σοβαρά! Είστε εντάξει τώρα?
- Ναι , ναι. Να προσέχεις μικρό κορίτσι τώρα τη νύχτα.
Φεύγω από το ποδηλατάδικο πραγματικά στεναχωρημένη. Λίγος σεβασμός στην τρίτη ηλικία ρε παιδιά,πόσο άκαρδος μπορεί να είναι κάποιος για να κάνει κάτι τέτοιο? Πιο παιχνίδι της ζωής μπορεί να σκότωσε και το τελευταίο ίχνος ευαισθησίας που διαθέτει ένας κλεφτής ώστε να ξυλοκοπήσει ένα γλυκύτατο παππούλη στη μέση του δρόμου? Ανατριχιάζω. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο. Φτάνω σπίτι . Βρίσκω την κυρία Βάσω, τη γειτόνισσά μας ( και μαμά του Βασίλη). Τη χαιρετάω χαμογελαστά και μου ανταποδίδει.  Ανεβαίνουμε μαζί μέχρι τον πέμπτο, με ρωτάει πως πηγαίνει το φροντιστήριο και μου λέει καλή αρχή για το σχολείο. Ναι, είναι υπέροχος άνθρωπος, πραγματικά. Φτάνω στο όροφό μου και ξεκλειδώνω την πόρτα του σπιτιού. Ο Άλκης είναι με ένα φίλο του στο σαλόνι και παίζουν guitar hero, η μαμά είναι στη βεράντα με την κυρία Σπυριδούλα και χαχανίζει. Στη κουζίνα μυρίζει ένα κέικ κι εγώ αφήνω το σακίδιο μου σε μία γωνία  χύνομαι στον καναπέ του καθιστικού.
  Βαριέμαι να κάνω Λατινικά, βαριέμαι να κάνω γαλλικά και βαριέμαι να μιλήσω με τον Γιάννη που με παίρνει τηλέφωνο. Το μόνο που θέλω είναι να βγω ξανά στο βραδινό αεράκι για μία ακόμη διαδρομή. Μία διαδρομή χωρίς τέλος, χωρίς προορισμό. Πειράζει?
  Πειράζει....
 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου